We are
highly
sensitive
Μπορεί να έχετε παρατηρήσει ότι κάτι έχει αλλάξει στο παιδί σας. Ίσως υπάρχει περισσότερο άγχος, θυμός ή απομόνωση. Μπορεί να δυσκολεύεται στο σχολείο, στις φιλίες ή στην οικογένεια, να παρουσιάζει έντονα ξεσπάσματα ή να αποσύρεται και να μη θέλει να μιλήσει για όσα αισθάνεται.
Ίσως πάλι να μη βλέπετε κάτι συγκεκριμένο, αλλά να αισθάνεστε ότι έχετε χάσει την επαφή μαζί του. Προσπαθείτε να πλησιάσετε, όμως κάθε συζήτηση καταλήγει σε ένταση, σιωπή ή ένα «δεν έχω τίποτα» που σας αφήνει με ακόμη περισσότερη ανησυχία.
Ως γονείς, μπορεί να αναρωτιέστε αν κάνατε κάτι λάθος, αν η δυσκολία είναι αρκετά σοβαρή για να ζητήσετε βοήθεια ή αν θα έπρεπε να περιμένετε μέχρι να περάσει. Όμως δεν χρειάζεται να έχετε ήδη καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.
Πίσω από μια συμπεριφορά που σας δυσκολεύει, μπορεί να υπάρχει ένα συναίσθημα, μια εμπειρία ή μια ανάγκη που το παιδί σας δεν έχει ακόμη τον τρόπο να εκφράσει με λόγια.
Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν σταθερό και ασφαλή χώρο, όπου το παιδί σας —είτε βρίσκεται στην παιδική ηλικία είτε στην εφηβεία— μπορεί να εκφράσει όσα το απασχολούν χωρίς να αισθάνεται ότι εξετάζεται, κρίνεται ή χρειάζεται να δώσει τις «σωστές» απαντήσεις.
Ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες, η επικοινωνία μπορεί να γίνεται μέσα από τη συζήτηση, το παιχνίδι, τη ζωγραφική, τις ιστορίες ή άλλους δημιουργικούς τρόπους έκφρασης. Σταδιακά, όσα μέχρι σήμερα εμφανίζονται μέσα από το σώμα, τη σιωπή ή τη συμπεριφορά μπορούν να αρχίσουν να αποκτούν νόημα και λέξεις.
Η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει το παιδί σας:
Παράλληλα, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε τι υπάρχει πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά, να επικοινωνείτε με μεγαλύτερη ασφάλεια και να θέτετε όρια χωρίς να χάνεται η συναισθηματική σύνδεση.
Σκοπός δεν είναι να γίνει το παιδί περισσότερο υπάκουο ή να πάψει να εκφράζει δύσκολα συναισθήματα. Είναι να μπορεί να καταλαβαίνει καλύτερα τι του συμβαίνει, να αισθάνεται ασφάλεια και να εκφράζει τις ανάγκες του με τρόπους που προστατεύουν το ίδιο και τις σχέσεις γύρω του.
Στο Reconnect Therapy δεν αντιμετωπίζουμε το παιδί ως το «πρόβλημα» της οικογένειας. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ζωής του: στην οικογένεια, στο σχολείο, στις φιλίες και στις σημαντικές του σχέσεις.
Δουλεύουμε συστημικά, με επίγνωση του τραύματος και σεβασμό στο αναπτυξιακό στάδιο και στον προσωπικό ρυθμό κάθε παιδιού. Δεν πιέζουμε την έκφραση ούτε αντιμετωπίζουμε μια άμυνα ή μια δύσκολη συμπεριφορά ως απλή ανυπακοή. Δημιουργούμε πρώτα τις συνθήκες ασφάλειας που χρειάζονται για να χτιστεί μια θεραπευτική σχέση εμπιστοσύνης.
Η συμμετοχή των γονέων αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας. Πριν από την έναρξη συζητάμε μαζί σας τι σας ανησυχεί, πότε εμφανίστηκε η δυσκολία και τι έχετε ήδη προσπαθήσει. Στη συνέχεια πραγματοποιούνται προγραμματισμένες συναντήσεις γονέων, ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες του παιδιού.
Παράλληλα, προστατεύουμε τον προσωπικό θεραπευτικό χώρο του παιδιού. Από την αρχή εξηγούμε με σαφήνεια πώς λειτουργεί η εχεμύθεια, ποιες πληροφορίες μπορούν να συζητούνται με την οικογένεια και σε ποιες περιπτώσεις ένα ζήτημα ασφάλειας χρειάζεται να γνωστοποιηθεί.
Η θεραπευτική πορεία υποστηρίζεται από το κοινό επιστημονικό πλαίσιο του Reconnect, την τακτική εποπτεία και τη συνεργασία μεταξύ μας. Όπου χρειάζεται, μπορεί να προταθούν συναντήσεις γονέων ή κοινές οικογενειακές συνεδρίες, ώστε η αλλαγή να υποστηρίζεται και μέσα στην καθημερινότητα.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζετε από πριν αν το παιδί σας χρειάζεται ψυχοθεραπεία ή ποια μορφή υποστήριξης θα ήταν καταλληλότερη. Πείτε μας τι έχετε παρατηρήσει και τι σας ανησυχεί, ώστε να διερευνήσουμε μαζί τι μπορεί να χρειάζεται το παιδί και η οικογένειά σας αυτή την περίοδο.
Αξίζει να ζητήσετε μια πρώτη αξιολόγηση όταν μια αλλαγή στη διάθεση ή στη συμπεριφορά επιμένει, εντείνεται ή επηρεάζει το σχολείο, τις φιλίες, την οικογένεια, τον ύπνο, το φαγητό ή τη λειτουργικότητα του παιδιού.
Ενδείξεις μπορεί να είναι το έντονο άγχος, η απόσυρση, τα συχνά ξεσπάσματα, οι σωματικές ενοχλήσεις χωρίς σαφή ιατρικά αίτια, η πτώση στη σχολική λειτουργία, η δυσκολία στις σχέσεις ή μια σημαντική απώλεια και αλλαγή. Δεν χρειάζεται να γνωρίζετε από πριν αν «είναι αρκετά σοβαρό». Η πρώτη συνάντηση μπορεί να βοηθήσει να κατανοηθεί τι χρειάζεται το παιδί και η οικογένεια.
Όχι. Στο Reconnect Therapy δεν αντιμετωπίζουμε το παιδί ως το πρόβλημα ούτε αναζητούμε ποιος φταίει. Μια συμπεριφορά μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ένα συναίσθημα, μια ανάγκη ή μια δυσκολία που δεν έχει ακόμη βρει λέξεις.
Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ζωής του παιδιού: στην οικογένεια, στο σχολείο, στις φιλίες και στις σημαντικές του σχέσεις. Η συμμετοχή των γονέων δεν είναι κατηγορία· είναι μέρος της δυνατότητας να υποστηριχθεί η αλλαγή.
Συνήθως προηγείται συνάντηση με τους γονείς ή τα πρόσωπα που έχουν τη γονική ευθύνη. Συζητάμε τι σας ανησυχεί, πότε εμφανίστηκε η δυσκολία, τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητα και τι έχετε ήδη προσπαθήσει.
Ανάλογα με την ηλικία, το αίτημα και τις συνθήκες της οικογένειας, οργανώνεται στη συνέχεια η γνωριμία με το παιδί ή τον έφηβο. Από την αρχή εξηγούμε τη διαδικασία με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία και χωρίς να δημιουργείται η αίσθηση ότι το παιδί εξετάζεται ή τιμωρείται.
Δεν πιέζουμε το παιδί να μιλήσει ούτε ζητάμε να δώσει τις «σωστές» απαντήσεις. Ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες, η επικοινωνία μπορεί να γίνεται μέσα από το παιχνίδι, τη ζωγραφική, τις ιστορίες, τη δημιουργική έκφραση ή τη συζήτηση.
Ο πρώτος στόχος είναι να δημιουργηθεί μια σχέση ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Η σιωπή, η άρνηση ή η επιφυλακτικότητα αντιμετωπίζονται ως τρόποι προστασίας που χρειάζονται κατανόηση, όχι ως ανυπακοή.
Όχι. Η θεραπεία προσαρμόζεται στο αναπτυξιακό στάδιο, στον τρόπο επικοινωνίας και στον βαθμό αυτονομίας κάθε παιδιού. Στην παιδική ηλικία μπορεί να χρησιμοποιείται περισσότερο το παιχνίδι και η δημιουργική έκφραση, ενώ στην εφηβεία συνήθως αποκτούν μεγαλύτερο χώρο η συζήτηση, η ταυτότητα, οι σχέσεις και η ανάγκη για ιδιωτικότητα.
Η εφηβική απόσταση δεν αντιμετωπίζεται αυτόματα ως πρόβλημα. Χρειάζεται να διακριθεί τι αποτελεί μέρος μιας φυσιολογικής αναπτυξιακής μετάβασης και τι δείχνει ότι ο έφηβος χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη.
Η συμμετοχή των γονέων αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρευρίσκονται σε κάθε συνεδρία. Πραγματοποιούνται προγραμματισμένες συναντήσεις γονέων, ανάλογα με την ηλικία, τις ανάγκες και τους στόχους της θεραπείας.
Οι συναντήσεις βοηθούν να κατανοήσετε τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά, να επικοινωνείτε με μεγαλύτερη ασφάλεια και να θέτετε όρια χωρίς να χάνεται η συναισθηματική σύνδεση.
Όχι. Για να δημιουργηθεί μια πραγματική σχέση εμπιστοσύνης, το παιδί ή ο έφηβος χρειάζεται έναν προσωπικό θεραπευτικό χώρο. Οι γονείς ενημερώνονται για τη γενική πορεία, τους στόχους, σημαντικές ανάγκες και τρόπους με τους οποίους μπορούν να υποστηρίξουν την καθημερινότητα, όχι για κάθε λεπτομέρεια που μοιράζεται το παιδί.
Από την αρχή συμφωνούμε τι μπορεί να συζητείται με την οικογένεια και πώς θα γίνεται αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, την ωριμότητα και τη γονική ευθύνη.
Η εχεμύθεια έχει όρια όταν υπάρχει σοβαρή ανησυχία για την ασφάλεια του παιδιού ή άλλου προσώπου, κακοποίηση, παραμέληση ή άλλη κατάσταση που απαιτεί προστατευτική παρέμβαση σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη δεοντολογία.
Όποτε είναι ασφαλές και εφικτό, η θεραπευτρια ή ο θεραπευτής εξηγεί στο παιδί τι χρειάζεται να γνωστοποιηθεί, σε ποιον και για ποιον λόγο. Στόχος είναι να προστατευτεί η ασφάλεια χωρίς να ακυρωθεί η θεραπευτική σχέση.
Η άρνηση δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με πίεση ή απειλή. Είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε τι φοβάται το παιδί, πώς του παρουσιάστηκε η θεραπεία και αν αισθάνεται ότι οι ενήλικοι το θεωρούν «προβληματικό».
Μπορεί να ξεκινήσει θεραπεία ή συμβουλευτική με τους γονείς, ώστε να βελτιωθεί ο τρόπος προσέγγισης και να υποστηριχθεί το οικογενειακό πλαίσιο. Αν και πότε θα συναντηθεί το παιδί αποφασίζεται με βάση την ηλικία, την ασφάλεια και την κλινική αξιολόγηση.
Η διάρκεια και η συχνότητα καθορίζονται μετά την αρχική αξιολόγηση και εξαρτώνται από την ηλικία, το αίτημα, την ένταση της δυσκολίας, τους θεραπευτικούς στόχους και τη συμμετοχή του οικογενειακού πλαισίου.
Δεν μπορεί να δοθεί από την αρχή ένας ακριβής αριθμός συνεδριών. Η πορεία επανεξετάζεται τακτικά μαζί με τους γονείς και, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία, μαζί με το παιδί ή τον έφηβο.
Όπου είναι χρήσιμο, μπορεί να προταθεί συνεργασία με το σχολείο, παιδίατρο, παιδοψυχίατρο ή άλλο επαγγελματία. Η επικοινωνία γίνεται με σαφή θεραπευτικό λόγο, με ενημέρωση και τις απαραίτητες συναινέσεις, και περιορίζεται στις πληροφορίες που χρειάζονται για την υποστήριξη του παιδιού.
Η συνεργασία δεν γίνεται αυτόματα ούτε μετατρέπει το σχολείο ή την οικογένεια σε προέκταση της θεραπευτικής συνεδρίας.
Μπορεί να χρειάζεται παιδοψυχιατρική αξιολόγηση όταν υπάρχουν σοβαρά ή επίμονα συμπτώματα, σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, έντονη απορρύθμιση ή ερωτήματα που απαιτούν ιατρική και διαγνωστική εκτίμηση.
Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος αυτοτραυματισμού, αυτοκτονίας, βίας ή αδυναμία να διατηρηθεί το παιδί ασφαλές, προτεραιότητα δεν είναι ένα προγραμματισμένο ραντεβού ψυχοθεραπείας αλλά η άμεση επικοινωνία με υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή κατάλληλη εφημερεύουσα δομή.
